Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012


Gaspare Spontini (1774 – 1851)
Ο Αθάνατος συνθέτης της «Εστιάδας»



Επιβλέπων καθηγητής: Κ. Π. Καράμπελας - Σγούρδας  

Αλέξανδρος Εμμανουήλ Βελώνης


Ι. Η ζωή του συνθέτη


  «Μαζί του πέθανε μια μεγάλη, απεριόριστα λαμπρή, και ευγενής καλλιτεχνική περίοδος…  Ας υποκλιθούμε βαθιά και σεβάσμια στον τάφο του δημιουργού, της La Vestale (Η Εστιάδα), του Cortez και της Olympia!»  είχε πει ο Richard Wagner (1813-1883), γεμάτος θαυμασμό και αγάπη για τον μεγάλο συνθέτη.[1]
  O Gasparo Luigi Pagifico Spontini γεννήθηκε την 14η Νοεμβρίου του 1774, σε μια μικρή πόλη της Ιταλίας, τη Majolati, γειτονική πόλη του Jesi γεννέτηρας του μεγάλου ιταλού συνθέτη, Giovanni Battista Pergolesi (1710-1726).  Καταγόμενος από οικογένεια χωρικών οι επιθυμία των γονέων του ήταν ο Gasparo να ακολουθήσει ιερατική σταδιοδρομία, όπως και τρία αδέλφια του.[2]
  Μολαταύτα παρά τις επιθυμίες των γονέων και θείου του, ο οποίος είχε αναλάβει την ιερατική του μόρφωση, ο μικρός Spontini  δεν φαινόταν πρόθυμος να υποκύψει στην μελέτη των θεμάτων αυτών.  Πάντα όμως παρακολουθούσε με μεγάλη χαρά τη λειτουργία, στην οποία απολάμβανε την χορωδία, ενώ συνήθιζε να ανεβαίνει πάνω στο καμπαναριό και να απολαμβάνει τον σχεδόν συμφωνικό ήχο των μεγάλων καμπάνων.  Μια φορά μάλιστα ένας κεραυνός τον κατακρήμνισε από την θέση του στο χαμηλότερο πάτωμα, με αποτέλεσμα η ιστορία της μουσικής να στερούταν παραλίγο ένα από τους μεγαλύτερους συνθέτες της.[3]
  Ο Θείος του αυτός είχε προσλάβει ένα κατασκευαστή οργάνων μιας και ήθελε να εγκαταστήσει ένα νέο εκκλησιαστικό όργανο στο ναό του.  Ο κατασκευαστής ο οποίος είχε έρθει από μια γειτονική πόλη εγκαταστάθηκε στο πρεσβυτέριο όπου εγκατέστησε κ το κλειδοκύμβαλο του.  Ο νεαρός συνθέτης άκουγε με προσοχή τον κατασκευαστή και με κάθε ευκαιρία καθόταν στο πληκτροφόρο όργανο και το δοκίμαζε.  Ο κατασκευαστής κατάλαβε πως το παιδί είχε κάτι ξεχωριστό και ώθησε τους γονείς του να τον μορφώσουν ως μουσικό.  Αυτό όμως έβρισκε τελείως διάφωνο το Θείο του.  Μετά από αγώνα που έδωσε κατάφερε να δραπετεύσει και να καταφύγει σε ένα άλλο Θείο του, κατώτερης τάξης από τον πρώτο, ο οποίος μολαταύτα φρόντισε να λάβει μαθήματα μουσικής από κάποιο Quintiliani.
  Μετά από λίγο και πριν καν περάσει ένας χρόνος ο πρώτος του Θείος ενέδωσε και αποφάσισε να επιτρέψει στον Spontini να πάρει μαθήματα στη μουσική.  Στα 1791 εισήχθη στο Conservatorio della Pietà de' Turchini της Νάπολης, όπου σπούδασε αντίστοιξη με τον Nicola Sala (1713-1801), σύνθεση με τον Giacomo Tritto (1733-1824), -οι οποίοι πέραν του μεγάλου και σημαντικού, συνθετικού τους έργου, είχαν επίσης διδάξει και τον θρυλικό καστράτο Giuseppe Farinelli (1760-1836)- και τραγούδι με τον Tarantino.  Επρόκειτο για ένα από τα πιο μεγάλα εκπαιδευτικά ιδρύματα ιδρύματα της εποχής στο οποίο είχαν διδάξει θρυλικοί συνθέτες, όπως ο Leonardo Leo (1694-1744), o Nicola Sala (1713-1801), για να αναφέρουμε μόνον μερικούς.
  Εκείνα τα χρόνια οι πιο προχωρημένοι μαθητές αναλάμβαναν την εκπαίδευση των νεότερων, και έφεραν το όνομα “maestrini” ή “maestricelli”.  Στα 1795, όταν ήταν μόλις είκοσι ενός ετών, ήταν υποψήφιος για μια τέτοια θέση, αν και τελικά οι καθηγητές του ιδρύματος επέλεξαν ένα άλλο μαθητή για τη θέση.  Ο λόγος που αναφερόμαστε στο γεγονός αυτό είναι πως η άσκηση που παρέδωσε στο διαγωνισμό για τη θέση αυτή σώζεται σήμερα και αποτελεί τη νεότερη σύνθεση του που μας σώζεται.  Ο νεαρός Spontini ωστόσο επωφελήθηκε από αυτό το γεγονός και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να γίνει ο πρώτος maestrino.
  Κατά τη διάρκεια των σπουδών του είχε την ευκαιρία να συνθέσει αρκετή μουσική για την εκκλησία στη Νάπολη, όπως καντάτες, έργα τα οποία θα αποτελούσαν πρόδρομο και προετοιμασία για την σύνθεση μιας όπερας.
  Η ευκαιρία έκανε την εμφάνιση της στα 1796 όταν έδωσε πνοή στην πρώτη του όπερα, όντας μόλις είκοσι ενός ετών, με τίτλο Li Puntigli delle Donne (Η Ξεροκεφαλιά των γυναικών).  Για την σύνθεση αυτού του έργου ωστόσο έπρεπε να δραπετεύσει από το conservatorio μιας και οι καθηγητές του δεν φαίνονταν πρόθυμοι να του επιστρέψουν να συνθέσει το έργο.  Η πρόταση είχε προέλθει από τον διευθυντή του Teatre Argentina της Ρώμης, ο οποίος, είχε ακούσει έργα του υποσχόμενου νέου, όταν είχε ταξιδέψει στη Νάπολη.
  Μετά από επέμβαση του μεγάλου Ιταλού συνθέτη Niccolò Piccinni (1728-1800), ο Spontini έγινε και πάλι δεκτός στο conservatorio .  Ο Piccini είχε εγκατασταθεί στη Νάπολη ήδη από το 1791, αποτελώντας έτσι σημαντικό οδηγό για τον νεαρό Spontini, ειδικά για τη σύνθεση της επόμενης του μονόπρακτης όπερας LEroismo ridicolo (Ο Γελοίος Ηρωισμός), η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε στο Reme στα 1797.  Το αμέσως επόμενο έτος συνέθεσε το Il finte Pittore (Ο ψεύτικος ζωγράφος).  Στα 1798 όμως έμελε να συνθέσει άλλες τρέις όπερες αυτή τη φορά για την Φλωρεντία.
  Το LEroismo ridicolo ξαναπαίχτηκε στη Νάπολη, στο Teatro Nuove, στο πλαίσιο του καρναβαλιού το 1798, απόδειξη της ολοένα και αυξανόμενης φήμης του Spontini.  Ακολούθησε μια σειρά επιτυχιών με το LEroismo ridicolo στο ίδιο θέατρο το καλοκαίρι του 1799 σε δίπρακτη εκδοχή με τίλτο La finta filosofia (Η Απατηλή φιλοσοφία) και το 1800 παρουσιάστηκε το νέο του έργο La fuga in maschera (Η μάσκα διαφυγής).
  Στις 21 Ιουλίου 1798 η Αυλή τρομαγμένη από την γαλλική εισβολή μεταφέρθηκε στο Παλέρμο, όπου ο Spontini ως συνθέτης της αυλής, συνέθεσε τρείς όπερες μέσα σε μία χρονιά (1800).
  Αυτές οι όπερες έμελλαν να αποτελέσουν και τον επίλογο της πρώτης φάσης της καριέρας του, και το πέρασμα στην πιο σχολαστική και προσεγμένη γραφή, πάνω στην οποία αναπαύεται η φήμη του.
  Στο Παλέρμο ξεκίνησε να διδάσκει τραγούδι, σύντομα όμως εξαιτίας του κλίματος αναγκάστηκε να φύγει.  Συνέθεσε κάποιες όπερες για τη Ρώμη και τη Βενετία και έπειτα κατευθήνθηκε στο Jesi.  Από εκεί πήρε το πλοίο για τη Μασσαλία, για να φτάσει στο Παρίσι στα 1802.[4]
  Φτάνοντας στο Παρίσι έγινε αμέσως δεκτός από μια ομάδα Ιταλών μουσικών, αν και ο ίδιος ακόμη δεν είχε πετύχει κάποια μεγάλη καταξίωση.  Το έργο το οποίο επέλεξε για την πρώτη του εμφάνιση ως συνθέτης ήταν μια ανασκευασμένη εκδοχή του La finta filosofia στο Théâtre italien, παράσταση η οποία στέφθηκε από επιτυχία.[5]    Η πρώτη του απόπειρα ωστόσο, περί 1804 στη Γαλλική μουσική η Julie, ou le pot de fleurs (Julie, ή η γλάστρα με τα λουλούδια) έμελε να τον ταρακουνήσει.[6]  Το επόμενο έργο του θα ήταν μια οpéra comique, η La Petite Maison (Η Μικρή Οικία), η οποία ήταν μια καταστροφή, μιας και το ακροατήριο σταμάτησε την εκτέλεση του έργου στη μέση.[7]
  Τόσο το λιμπρέτο όσο και η παρτιτούρα του έργου έχουν χαθεί, ωστόσο, είχαν εκδοθεί αποσπάσματα του έργου από το μεγάλο κατασκευαστή πιάνων, αρπών και εκδότη Sébastien Érard (1752-1831).[8]
  Όπως είχε πει ο μεγάλος κριτικός της εποχής, o François-Joseph Fétis (1784-1871), ότι οι φόρμες αυτών των έργων είναι πανομοιότυπες με εκείνες των νεότερων Νεαπολιτάνων συνθετών, όπως ο Pietro Alessandro Guglielmi (1728-1804), ο Domenico Cimarosa (1749-1801) και ο Giovanni Paisiello (1791-1816).[9]
  Μέχρι τότε είχε συνεργαστεί με τους μεγάλους οπερατικούς συνθέτες της γαλλικής σχολής,  François-Adrien Boieldieu (1755-1834), και τον Charles Simon Catel (1817-1830) και επρόκειτο να συνεργαστεί με τον Gioachino Rossini (1792-1868) για τη σύνθεση του Moïse et Pharaon καθώς και το Guillaume Tell.[10]  Όταν η τύχη του άλλαξε κατεύθυνση, με την είσοδο του μεγάλου δραματιστή, Étienne de Jouy (1764-1846),στη ζωή του.  Η πρώτη τους συνεργασία ήταν μια μονόπρακτη όπερα, υπό τον τίτλο Milton βασισμένη στη ζωή του μεγάλου ποιητή John Milton (1608-1674).[11]
  Ο de Jouy ήταν παρόν στο φιάσκο της εκτέλεσης του La petite Maison.  Ο μεγάλος δραματιστής μας άφησε μάλιστα μια προσωπική μαρτυρία, όπου σε ένα άρθρο υπό το τίτλο Les capables (Η ικανότητα), δημοσιευμένο στις 8 Μαΐου 1812 γράφει τα ακόλουθα: «Αυτός ο νέος, ξένος συνθέτης ήταν τότε απροστάτευτος, χωρίς δολοπλοκίες, χωρίς κάποιο κύκλο.  Η ζήλια, έχοντας διορατικό βλέμμα, έχοντας ανακαλύψει ή υποπτευόμενη ένα νέο ταλέντο, είχε συγκεντρώσει όλα της τα φίδια στο παρτέρι».  Τόσο πολύ είχε συγχυστεί ο μεγάλος λιμπρετίστας ώστε την επομένη όπως δηλώνει ο ίδιος, συναντώντας τυχαία στο δρόμο το νεαρό Spontini, του πρότεινε το λιμπρέτο του για τη La Vestale.[12]  Ο Spontini αμέσως ενδιαφέρθηκε μη όντας αποκαρδιωμένος από τη χθεσινή καταστροφή.  Αξίζει να σημειωθεί πως ο Fétis όταν τον συνάντησε εκείνη την πρώτη περίοδο του αγώνα σε ένα μουσικό οίκο, έμεινε άναυδος από την αυτοπεποίθηση του Spontini, του οποίου η πίστη στον εαυτό του ήταν ακλόνητη.[13]
  Πρέπει να σημειωθεί πάντως πως η περιγραφή του de Jouy για τον Spontini ως απροστάτευτο, απέχει πολύ από την αλήθεια μιας και έχαιρε της υποστήριξης της αυτοκράτειρας Josephine, ήδη από τότε.  Ενώ πολλά είχα ακουστεί φήμες για ένα ανερχόμενο μεγάλο οπερατικό συνθέτη.  Μάλιστα η εφημερίδα Journal de Paris αναφέρει πως στη δεύτερη βραδιά, του La Petite Maison «υπήρχε ένας αρκετά μεγάλος αριθμός ανθρώπων, ειδικά επιλεγμένων ανθρώπων…  όπου όλες οι σελίδες της μουσικής, θα έπρεπε να πούμε κάθε μέτρο, χειροκροτούταν μετά μανίας». 
  Επιπρόσθετα, ο de Jouy είχε το μερίδιο του κέρδους του δίνοντας στον Spontini τη Vestale, μιας και το να ανεβάσει κανείς ένα έργο στην Opéra δεν ήταν απλή υπόθεση, και προϋπόθετε ισχυρούς υποστηρικτές, τους οποίους ο Spontini είχε με το μέρος του.[14]
  Η επόμενη όπερα ωστόσο που θα παρουσίαζε ήταν ο MiltonΗ πρεμιέρα του έργου πήρε μέρος την εικοστή εβδόμη Νοεμβρίου, του 1804 Théâtre Feydeau και σηματοδοτούσε μια στροφή προς κάτι τελείως διαφορετικό από ό,τι είχε παρουσιάσει μέχρι τότε ο μεγάλος συνθέτης.  Το συναίσθημα ήταν πιο βαθύ, η ενορχήστρωση πιο προσεγμένη, και το έργο εν γένει πιο σοβαρό σε χαρακτήρα.[15]  Η επιρροή του Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791) ήταν ξεκάθαρη, καθώς και το γεγονός ότι ο Spontini είχε μελετήσει εις βάθος τους μεγάλους γερμανούς προκατόχους του.  Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός πως στα βαθιά γεράματα αναφερόταν στο Don Giovanni ως «το αθάνατο βασιλιά των έργων».[16] Χωρίς αυτό να μας επιτρέπει να παραμελήσουμε την τρομερή επιρροή του Christoph Willibald von Gluck (1714-1787), η οποία είναι ιδιαίτερα έντονη στο ύστερο ύφος του συνθέτη της Vestale.[17]  Αξίζει σε αυτό το σημείο να παραθέσουμε ένα απόσπασμα πάνω στο θέμα που συναντάμε στα άπαντα του Wagner «Ο Spontini ήταν ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας των συνθετών, της οποίας ο πρώτος ήταν ο Gluck.  Αυτό στο οποίο απέβλεπε ο Gluck, και πρώτος σοβαρά επιχείρησε, την πιο μεγάλη δυνατή δραματοποίηση της όπερας-καντάτας, επιτεύχθηκε από τον Spontini –όσο είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτό στη φόρμα της όπερας».[18]
  Η παρτιτούρα της La Vestale ολοκληρώθηκε στα 1805 ωστόσο ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να ανεβεί  σε θέατρο μιας και ο Spontini είχε κερδίσει μια ιδιαίτερα αρνητική προκατάληψη μεταξύ των καλλιτεχνικών κύκλων του Παρισιού εναντίον του.  Για καλή του τύχη ωστόσο ήταν προστατευόμενος της Αυτοκράτειρας Josephine, στην οποία αφιέρωσε και την παρτιτούρα του Milton.  Η σύνθεση της καντάτας LEccelsa Gara (Ο Εξαίσιος αγώνας), για τις εορτές του Αούστερλιτς, βοήθησε καταλυτικά στο να κερδίσει τέτοια εύνοια ώστε να παραμερίσει ο αυτοκράτορας Ναπολέοντας τις αντιρρήσεις του Conservatoire ενάντια στο μεγάλο συνθέτη.[19]
  Με εντολή του Ναπολέοντα και παρά τις αντιρρήσεις του προέδρου και των κριτικών της Opéra, η όπερα του μεγάλου συνθέτη, - ο οποίος βρισκόταν υπό την προστασία της αυτοκράτειρας - ξεκίνησε να προετοιμάζεται.  Πριν από αυτό κάποια μέρη του έργου είχαν παρουσιαστεί ιδιωτικά για ενώπιον του αυτοκράτορα, ο οποίος είχε πει χαρακτηριστικά «Κύριε Spontini, η όπερα σας αφθονεί σε εξαιρετικές άριες και αποτελεσματικά ντουέτα.  Το εμβατήριο στο σημείο της εκτέλεσης είναι αξιοθαύμαστο.  Βεβαιότατα θα έχετε την μεγάλη επιτυχία που τόσο σας αξίζει.»[20]
  Η πρόβες για τη Vestale είχαν ξεκινήσει, παρά την προκατάληψη τόσο μέσα όσο και έξω από το θέατρο.  Η αγωνία του στις πρόβες του έργου ήταν εκπληκτική, όπως μαρτυρεί ο Fétis ο οποίος ήταν παρόν, θα δοκίμαζε ένα πέρασμα ξανά και ξανά σε διαφορετικές εκδοχές μέχρι να εκμαιεύσει το επιθυμητό αποτέλεσμα.  Ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που θα άλλαζε ένα πέρασμα τέσσερεις και πέντε φορές για να επιστρέψει στην αρχική ιδέα.  Αυτή η τακτική έκτοτε έμελλε να γίνει και από τα χαρακτηριστικά του ως συνθέτης. [21]
  Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ωστόσο το γεγονός πως πολλές από τις πρόβες πήραν μέρος στα προσωπικά διαμερίσματα του Ναπολέοντα, όπου ο ίδιος επέβλεπε τη σκηνοθεσία, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στην θριαμβευτικό εμβατήριο του Licinio, του ρωμαίου ηγέτη.[22]
  Μετά από τις εκτενέστατες πρόβες όταν επιτέλους το έργο ήταν έτοιμο για την πρεμιέρα του, με εντολή του αυτοκράτορα αναβλήθηκε, μιας και το La Mort dAdam (Ο Θάνατος του Αδάμ) του  Jean-François Le Sueur (1760-1837), είχε προτεραιότητα.  Ωστόσο μυστηριωδώς ο αντιγραφέας, δεν μπορούσε να βρει τις παρτιτούρες του Sueur, ο Spontini κέρδισε την πρώτη θέση για τη δική του όπερα στις δεκαπέντε Δεκεμβρίου 1807.
  H επιτυχία του έργου ήταν απαράμιλλη, τόσο ώστε μέχρι το 1824 να έχει εκτελεσθεί διακόσιες φορές.  Το καστ της πρεμιέρας περιελάμβανε μεταξύ άλλων τον μεγάλο τενόρο Adolphe Nourrit (1802-1839), καθώς και το διάσημο μπάσο Prosper Dérivis (1808-1880).
  Ο Ναπολέοντας, είχε θεσπίσει ένα βραβείο το οποίο απονεμόταν κάθε δεκαετία στην όπερα που θα άξιζε τη μεγαλύτερη αναγνώριση.  Μετά τη παρουσίαση της Vestale, η ώρα της απονομής πλησίαζε.  Τελικά το έργο που έμελε να βραβευθεί ήταν η Vestale, αποτελώντας την εναρκτήρια επιτυχία για τη διεθνή αναγνώριση του έργου ενώ παράλληλα η απονομή του βραβείου στον Spontini σηματοδοτούσε τη λήξη της διαμάχης εναντίον του.
  Τόσο μεγάλη ήταν η επιτυχία της όπερας ώστε η αυτοκράτειρα έδωσε την άδεια της τόσο στο μεγάλο συνθέτη όσο και τον ποιητή να της αφιερώσουν το έργο. [23]  Το έργο κράταγαν σε τόσο υψηλή εκτίμηση ώστε να το χαρακτηρίζουν αριστούργημα, σύγχρονοι του όπως ο Luigi Cherubini (1760-1842) και ο Giacomo Meyerbeer (1791-1864), ενώ δεν έλλειψε ο ίδιος θαυμασμός και από ύστερους συνθέτες όπως o Wagner καθώς και ο Hector Berlioz (1803-1869), ο οποίος μάλιστα είχε γράψει ένα άρθρο-γράμμα στην εφημερίδα Le corsair υπερασπιζόμενος το έργο.[24]
  Στις 8 Σεπτεμβρίου 1811 έγινε η πρώτη ιταλική παρουσίαση του έργου, στο Teatro San Carlo της Νάπολης, σε ιταλική μετάφραση του Giovanni Schmidt (π. 1775-1839).  Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο πως ο Spontini, συνόδευσε το όνομα του, στην σελίδα τίτλου, ως Συνθέτης της Αυλής της Αυτοκράτειρας και Maestro di cappella στο Conservatorio της Νάπολης.
  Μεταξύ της Vestale και της επόμενης όπερας του μεγάλου συνθέτη υπήρξε ένα διάστημα τεσσάρων ετών, κατά την οποία περίοδο μολαταύτα συνέθεσε έξι συλλογές τραγουδιών, για φωνή με συνοδεία για pianoforte ή άρπα.
  Είναι πιθανό τα έργα αυτά να εμπνεύστηκαν από κάποια προσωπική εμπειρία όπως παραπέμπουν οι τίτλοι Sentimens damour (Συναισθήματα αγάπης), Regret dAbsence (Θλίψεις για την απουσία) Plaintes sur la tombe (Παράπονα στον τάφο).[25]
  Στα 1809 ο Spontini νυμφεύτηκε την ανιψιά του Érard, ενώ την αμέσως επόμενη χρονία διορίστηκε διευθυντής του Théâtre Italien στο Odéon.[26]
  Η όπερα που ακολούθησε τη Vestale ήταν ο Fernand Cortez, ou La conquête du Mexique (Fernand Cortez, ή η εκστρατεία του Μεξικό) σε λιμπρέτο του Jouy.  Ο Ναπολέοντας ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για το έργο, μιας και είδε σε αυτό μια προπαγανδιστική ευκαιρία για την επικείμενη έφοδο του στην Ισπανία.  Ο υπουργός εσωτερικών, υπέδειξε στον Jouy να φροντίσει να υπάρχει έντονα φωτισμένος ένας παραλληλισμός του έργου με την παρούσα πολιτική κατάσταση.  Αρνούμενος να πράξει αυτό, ανατέθηκε στον γάλλο ποιητή Joseph-Alphonse d’Esmenard (1770-1811), να κάνει μικρές παρεμβολές στο έργο για την επίτευξη του σκοπού.
  Ο Ναπολέοντας ήλπιζε μέσα από το έργο να φανούν οι Ισπανοί ως βάρβαροι.  Μολαταύτα, η αισθαντική μουσική του Spontini, έκανε τους Ισπανούς να φαίνονται τόσο αφοσιωμένοι πατριώτες, και ατρόμητοι προς το θάνατο ώστε το κοινό φαινόταν να τάσσεται υπέρ των Ισπανών μάλλον.[27] 
  Η πρεμιέρα του έργου πήρε μέρος στην Opéra στις 28 Νοεμβρίου 1809, παρουσία του αυτοκράτορα Ναπολέοντα.  Το έργο κέρδισε τις εντυπώσεις και είχε τέτοια επιτυχία, που μπορεί να ξεπέρασε ακόμη και αυτή της Vestale.  Τα σκηνικά ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακά μιας και στην πρεμιέρα υπήρχαν 17 άλογα επί σκηνής.  Κάποιοι κριτικοί παραπονέθηκαν πως η αρμονία ήταν πολύ περιπετειώδης, ωστόσο το έργο ήταν ένα αριστούργημα, για το οποίο ιδιαίτερη εκτίμηση έτρεφε και ο Berlioz.[28]  Στο έργο αυτό ο μεγάλος συνθέτης με εκπληκτική τέχνη σκιαγραφεί την αντίθεση μεταξύ των Ισπανών και των Μεξικάνων, ένα πρόβλημα που είχε αντιμετωπίσει και ο Gluck συνθέτοντας το Paris et Hélène.  Η προσέγκιση του στο έργο αυτό έμελλε να αποτελέσει μοντέλο και για τους επόμενους, έργα όπως ο Guillaume Tell του Rossini ή το Der Templer und die Jüdin (Ο Ναήτης και η Εβραία) του Heinrich Marschner (1795-1861), δεν θα ήταν όπως τα γνωρίζουμε σήμερα αν δεν είχε γραφτεί το αριστούργημα του Spontini.
  Μολαταύτα η μορφή με την οποία γνωρίζουμε το έργο αυτό δεν είναι αυτή με την οποία πρωτοπαρουσιάστηκε, αλλά πλέον γνωρίζουμε την δεύτερη εκδοχή, η οποία πήρε μέρος στις 26 Μαΐου 1817.  Στη δεύτερη αυτή εκδοχή πέραν των αλλαγών στη μουσική υπάρχουν αλλαγές και στο ποιητικό κείμενο, οι οποίες προέρχονται από τον Jouy, μιας και ο Esmenard είχε πεθάνει.
  Στα 1810 ο Spontini είχε γίνει ο αρχιμουσικός της Ιταλικής Όπερας, η οποία συγχωνεύθηκε με την Comédie Française, στο Théâtre de l'Impératrice (σήμερα γνωστό ως Odéon-Théâtre de l'Europe).  Κατά το διάστημα που είχε αυτή τη θέση κατάφερε να αποκτήσει μια ομαδά ικανών τραγουδιστών, βελτίωσε την ορχήστρα, ενώ εμπλούτισε με περισσότερη ποικιλία το ρεπερτόριο.  Κατά τον διάστημα αυτό κατάφερε να παρουσιάσει το Don Giovanni του Mozart στην πραγματική του εκδοχή, ενώ παρουσίασε έργα όπως το Requiem του ίδιου συνθέτη, συμφωνίες του Haydn, καθώς και μέρη από τη Δημιουργία του τελευταίου.  Η διαμονή του ωστόσο στη θέση του αρχιμουσικού του θεάτρου έμελε να είναι βραχυπρόθεσμη μιας και σύντομα ήρθε σε σύγκρουση με το διευθυντή του θεάτρου Alexandre Duval, ο οποίος τον αντικατέστησε στα 1812, από τον Augustin Laurent de Rémusat (1762-1823), επιστάτη των αυτοκρατορικών θεάτρων.
  Με την επανεδραίωση των Bourbons στο θρόνο στα 1814, ο Spontini πήρε πίσω τη θέση του, ωστόσο η αμοιβή του δεν τον ικανοποιούσε τόσο ώστε να διατηρήσει τη θέση και την παραχώρησε στη περίφημη ντίβα της όπερας Angelica Catalani (1780-1849).
  Στις 30 Μαΐου 1814 ο Λουδοβίκος XVIII, στέφθηκε βασιλιάς και για τον εορτασμό του γεγονότος ανατέθηκε στον Jouy και τον Spontini να συνθέσουν ένα έργο.  Το έργο αυτό ήταν μια εορταστική όπερα σε δύο πράξεις με τίτλο, Pélage ou le Roi de la Paix (Πελάγιος ή ο Βασιλιάς της Ειρήνης).  Το έργο αφιερώθηκε στο βασιλιά, ο οποίος διόρισε τον Spontini ως το «βασικό συνθέτη δραμάτων του».
  Περί τα 1816 συνέθεσε μουσική μπαλέτου για το Danaïdes (Δαναΐδες) του μεγάλου ιταλού συνθέτη, Antonio Salieri (1750-1825), των οποίων η ποιότητα συναγωνίζεται εκείνη της Vestale και του Cortez.
  Το έργο ωστόσο που θα ακολουθούσε είναι ένα από τα τρία μεγαλύτερα έργα που συνέθεσε, τα δυο άλλα όντας η Vestale και ο Cortez.  Ο λόγος για την Olympie, σε λιμπρέτο των Armand-Michel Dieulafoy (1762-1823) και Charles Brifaut (1781-1857), βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Voltaire (1694-1778).  Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός πως σε αντίθεση με άλλα του έργα αυτό του πήρε τέσσερα ολόκληρα χρόνια για να την ολοκληρώσει.  Ο ίδιος θεωρούσε το έργο ως το μεγαλύτερο του επίτευγμα, ωστόσο μια πικρή απογοήτευση των περίμενε στην πρεμιέρα του έργου στις 22 Δεκεμβρίου 1819 στην Opéra.  Η αποτυχία αυτή ωστόσο δεν αποθάρρυνε τον Spontini  o οποίος θεώρησε πως ο λόγος της αποτυχίας τους έργου ήταν, το αδύναμο λιμπρέτο.[29]
  Ο Spontini ανασκεύασε την όπερα για να παρουσιαστεί στο Βερολίνο, όπου θα χρησιμοποιούσε ένα νέο λιμπρέτο από τον μεγάλο γερμανό ρομαντικό συγγραφέα E.T.A. Hoffman (1776-1822).[30]  Η πιανιστική εκδοχή του έργου μάλιστα εκδόθηκε από τον διάσημο  εκδότη Adolf Martin Schlesinger (1769-1838) στα 1826.  Το έργο ξαναπαρουσιάστηκε στο Παρίσι στις 28 Φεβρουαρίου 1826 και μέχρι τις 15 Μαρτίου είχε εκτελεστεί ήδη 6 φορές, κάθε μια από αυτές κερδίζοντας όλο και περισσότερο τον ενθουσιασμό του κοινού, ως που εδραιώθηκε ως ένα από τα μεγάλα αριστουργήματα του συνθέτη.
  Στις 31 Μαρτίου 1814 ο βασιλιάς Φρειδερίκος Γουλιέλμος III (1770-1840) βρέθηκε στο Παρίσι για μια δίμηνη επίσκεψη, άκουσε αρκετές φορές και με μεγάλο ενθουσιασμό όπερες του μεγάλου συνθέτη.  Ο ηγεμόνας αμέσως φρόντισε ο Cortez να μπει σε πρόβες στο Βερολίνο, όπου παρουσιάστηκε στις 15 Οκτωβρίου 1814.  Επρόκειτο όμως για μια τάση για γενικότερη αλλαγή.  Ο φιλόμουσος Βασιλιάς θέλησε να ανυψώσει το μουσικό επίπεδο της Πρωσίας, αποκτώντας ένα ίδρυμα για τη μουσική εκπαίδευση αντάξιο του Conservatoire στο Παρίσι, ανανέωση και ενίσχυση της εκκλησιαστικής μουσικής καθώς επίσης και βελτίωση της Βασιλικής Όπερας, με το διορισμό ενός ικανού και αναγνωρισμένου διευθυντή ορχήστρας.  Για την τελευταία θέση αυτός που είχε στο μυαλό του ο ηγεμόνας ήταν ο Spontini, προσφέροντας στο μεγάλο συνθέτη το εκπληκτικό ποσό των πέντε χιλιάδων τάλιρων, υπό τον όρο ότι θα παρήγαγε για τη Γερμανία δύο όπερες το χρόνο.
  Αντίθετος σε αυτή την ιδέα μολαταύτα ήταν ο κόμης Carl von Brühl (1772–1837), γενικός επιστάτης των Γερμανικών Θεάτρων, και προσωπικός φίλος του Johann Wolfgang von Goethe (1749-1832), ο ίδιος ηθοποιός με αρκετή εμπειρία και ιδιαίτερα μορφωμένος σε ποικιλία θεμάτων.  Ο Brühl αναγνώριζε τα πλεονεκτήματα του να έχει ως διευθυντή ορχήστρας μια διάσημη προσωπικότητα όπως ο Spontini μολαταύτα, στο Παρίσι ο Spontini ήταν ο μόνος συνθέτης που διήυθυνε ο ίδιος τα έργα του.  Επιπροσθέτως η άγνοια του μεγάλου συνθέτη στη Γερμανική θα έφερνε εμπόδια στη συνεννόηση του με τα μέλη της ορχήστρας και vice versa.  Ενώ σημείωσε πως στη μέχρι τότε σταδιοδρομία του ο Spontini είχε καταφέρει να συνθέσει μόνον δύο επιτυχημένες όπερες, αμφισβητώντας το κατά πόσο είναι σε θέση ο μεγάλος συνθέτης να παραδίδει δύο όπερες το χρόνο.
  Όταν ο βασιλιάς επέστρεψε από το Παρίσι στις 15 Ιουλίου 1815, ανανέωσε τη προσφορά του προς τον Spontini αυτοπροσώπως, και δέχθηκε την αφιέρωση ενός στρατιωτικού εμβατήριου από το μεγάλο συνθέτη.  Τον Δεκέμβριο έστειλε μια επιστολή με μια συλλογή από εμβατήρια του, στον Brühl στην οποία του ζητούσε να βοηθήσει στη διευθέτηση του θέματος.  Κάτι το οποίο ο κόμης δεν είδε θετικά, με τελικό αποτέλεσμα μετά από μια σειρά διενέξεων ο βασιλιάς να υποκύψει στις επιθυμίες του Brühl, γράφοντας μετά λύπης πως θα πρέπει να εγκαταλείψει τις ελπίδες του να εγκατασταθεί στο Βερολίνο.
  Εκείνη την περίοδο ωστόσο επρόκειτο να σηματοδοτηθεί μια νέα πορεία για την καριέρα του, μιας και την επόμενη χρονιά οι δύο Ιταλοί βασιλείς των Σικελιών, του απέμειναν τον τίτλο του maestro di cappella, ενώ ο Λουδοβίκος του είχε αναθέσει τον μισθό των 2000 φράγκων.
  Στα 1817 ο βασιλιάς Φρειδερίκος Γουλιέλμος επισκέφθηκε ξανά το Παρίσι, κατά την οποία επίσκεψη άκουσε την νέα μορφή του Cortez.  Μένοντας έκθαμβος από το αποτέλεσμα, τόσο μάλιστα ώστε να παρακολουθήσει το έργο τέσσερεις φορές, υπέδειξε πως το έργο πρέπει να εξασφαλιστεί για το Βερολίνο, ενώ ο Spontini έλαβε τον τίτλο του Premier maître de chapelle honoraire, ενώ για να σφραγίσει την επιτυχία του, του επιτράπηκε να αφιερώσει τον Βασιλιά, την μεγάλη του Bacchanale την οποία συνέθεσε για το Danaïdes (Δαναΐδες) του Salieri.  Για να επισφραγίσει την εύνοια του βασιλιά συνέθεσε ένα εθνικό ύμνο για την Πρωσία στα 1817-1818, ο οποίος εκτελούταν στα γεννέθλια του Γουλιέλμου.  Η αγάπη που έτρεφε για τον Spontini ήταν τέτοια μάλιστα, ώστε το Μάρτιο του 1818 θέσπισε κάθε πρωταπριλιά να εκτελείτε η Vestale εις ανάμνηση της πρώτης του επίσκεψης στο Παρίσι στα 1814.
  Μολαταύτα ο Spontini ακόμη δεν είχε διοριστεί ως συνθέτης της αυλής, εξαιτίας της επιρροής του Brühl.  Έτσι στράφηκε στον αρχιστράτηγο von Witzleben, ο οποίος έτρεφε ιδιαίτερα μεγάλο θαυμασμό για τα έργα του και ο οποίος είχε προτείνει μάλιστα τον Spontini ως τον κατάλληλο για τη σύνθεση του εθνικού ύμνου.
  Τελικά το συμβόλαιο του διορισμού του συντάχθηκε τον Αύγουστο του 1819 και πρώτη Σεπτεμβρίου, υπεγράφει από τον βασιλιά.  Το έγγραφο όριζε πως ο Spontini λάμβανε τους τίτλους του Kapellmeister της αυλής και του γενικού διευθυντή μουσικής, καθώς και το τίτλο του «Γενικού Επιθεωρητή της Βασιλικής Μουσικής» με τον οποίο θα υπέγραφε στο εξωτερικό.  Επίσης προβλεπόταν να περιέλθει στα χέρια του η διαχείριση και επίβλεψη όλων των υποθέσεων περί μουσικής, καθώς επίσης και η υποχρέωση του να συνθέτει δύο grand operas ή τρείς μικρότερες κάθε τρία χρόνια, ενώ υποχρεούταν να διευθύνει ο ίδιος μόνον την πρώτη εκτέλεση των έργων του, ενώ οι υπόλοιπες μπορούσαν να εκτελεστούν από κάποιον άλλο ή τον ίδιο, κατά τη θέληση του.  Στις υποχρεώσεις του συγκαταλεγόταν και σύνθεση περιστασιακών έργων για τα αυλικά φεστιβάλ ή για οποιαδήποτε άλλη περίσταση επιθυμούσε ο βασιλιάς.  Όποιο άλλο έργο θα συνέθετε για το θέατρο θα πληρωνόταν ξεχωριστά, ενώ είχε το δικαίωμα να συνθέσει και να ανεβάσει έργα σε θέατρα όπου θα πληρώνονταν χωριστά.  Διατηρούσε ακόμη το δικαίωμα να δίνει τις όπερες του σε άλλες χώρες για δικό του όφελος καθώς και να τις πουλά σε εκδότες.  Ο μισθός του είχε οριστεί στα 4000 τάλιρα ετησίως, καθώς και ένα δώρο των τουλάχιστον 1050 τάλιρων, όπως και μια συναυλία στο θέατρο, για κάποιο σκοπό με την βοήθεια της Βασιλικής όπερας και της ορχήστρας.  Κάθε χρόνο θα είχε τέσσερεις μήνες κατά τους οποίους μπορούσε να απουσιάζει καθώς και μια ικανοποιητική σύνταξη μετά από δέκα χρόνια υπηρεσίας.
  Όσον αφορούσε τις δεσμεύσεις του με την Νάπολη, ο πρέσβης της Πρωσίας φρόντισε για τη διευθέτηση του θέματος, ενώ ο βασιλιάς θα πλήρωνε οποιαδήποτε κόστος ως αποπληρωμή για την ακύρωση της συμφωνίας.
  Στις αρχές του 1821 ο αυτοκράτορας της Ρωσικής αυτοκρατορίας, Nicholas I (1796-1855) - τότε ακόμη Μέγας Δούκας- επισκέφθηκε το Βερολίνο με τη σύντροφο του.  Με την ευκαιρία αυτή οργανώθηκαν τεραστίων μεγεθών οργανώσεις για τον εορτασμό της άφιξης του, στην αυλή.  Ο Brühl, αποφάσισε να παρουσιαστεί το Lalla Rookh, μια διάσημη συλλογή τεσσάρων ποιημάτων του Ιρλανδού ποιητή Thomas Moore (1779-1852), σε μορφή «ζωντανών πινάκων».  Ο μεγάλος γερμανός αρχιτέκτονας Karl Friedrich Schinkel (1781-1841) ανέλαβε τα σκηνικά και την σκηνοθεσία των ομάδων, ενώ ο Spontini συνέθεσε τα τραγούδια, το εισαγωγικό εμβατήριο και την μουσική μπαλέτου.  Η παρουσίαση του έργου πήρε μέρος στις 27 Ιανουαρίου 1821, στο Παλάτι.
  Η πρώτη εκτέλεση της Olympia αναμενόταν με αγωνία, και τελικά πήρε μέρος στις 14 Μαρτίου 1821.  Τη μετάφραση στα Γερμανικά είχε αναλάβει ο E.T.A. Hoffman.  Η παραγωγή ήταν τόσο δαπανηρή και η σκηνοθεσία τόσο πολυτελής ώστε ακόμη και ο Βασιλιάς διαμαρτυρήθηκε.  Το αποτέλεσμα ωστόσο ήταν τόσο επιτυχημένο ώστε ακόμη και ο Brühl συγκινημένος έγραψε «μας προσέφερες μια τέλεια παρουσίαση, προσθέτοντας άλλο ένα λουλούδι στο στέμμα σου, ως καλλιτέχνης».
  Ο θρίαμβος αυτός ωστόσο έμελλε να διαρκέσει μονάχα πέντε εβδομάδες, μέχρι την 18η Ιουνίου 1821, οπότε παρουσιάστηκε στο ολοκαίνουργιο θέατρο του Βερολίνου το Der Freischütz (Ο Ελεύθερος Σκοπευτής) του Carl Maria von Weber (1786-1826), το οποίο άγγιξε την καρδία των Γερμανών εκείνη την περίοδο, περιορίζοντας έτσι την Olympia στη σκηνή του Βερολίνου ενώ ο Freischütz δεν άργησε να γίνει γνωστός ανά τον κόσμο.
  Στις 9 Ιουνίου 1821 ο Spontini πήρε μια επτάμηνη άδεια, κατά την οποία αρχικά επισκέφθηκε τη Δρέσδη, όπου και συνάντησε τον Weber.  Μολονότι ωστόσο ο Weber ήταν πολύ θερμός απέναντι του, ο Spontini αν και τυπικά ευγενικός δεν έχανε ευκαιρία να κάνει τον Weber να νιώθει πόσο νέα ήταν ακόμη η φήμη του ως συνθέτης.
  Στα 1823 είχε παρουσιάσει μόνο την Olympia και μερικά έργα για το Nurmahal μια όπερα σε δυο πράξεις, βασισμένη στο Lalla Rookh, σε λιμπρέτο του Karl Alexander Herklots (1759-1830).  Ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει σε όλες αυτές τις υποχρεώσεις που είχε φορτώσει στον εαυτό του, κάτι στο οποίο μεγάλο μερίδιο ευθύνης είχε η τελειομανία του.  Τον Αύγουστο του ίδιου έτους σκεφτόταν να μεταμορφώσει το Milton σε grand opera, με ρετσιτατίβι, χωρικά και μπαλέτα αλλά σύντομα εγκατέλειψε την ιδέα.  Λίγο αργότερα τον Οκτώβριο, γράφει πως δουλεύει μέρα και νύχτα στο Alcidor, την επόμενη του όπερα σε λιμπρέτο του Emmanuel Théaulon (1787-1841).
  Ο αρχαιολόγος Wilhelm Dorow (1790-1846), σε μια συλλογή χειρογράφων που εξέδωσε στα 1837, συμπεριέλαβε και μια επιστολή του Spontini προς τον ίδιο στην οποία ο μεγάλος συνθέτης θρηνούσε τον εκφυλισμό των σύγχρονων δραματικών συνθετών.  Ο Dorow το έκανε αυτό με τις καλύτερες προθέσεις πιστεύοντας πως αυτό θα βοηθούσε τον Spontini, αν και εξέδιδε τις απόψεις του χωρίς την άδεια του.  Οι αντίζηλοι του ωστόσο δεν έχασαν την ευκαιρία και εξέδωσαν σε μια άλλη φυλλάδα μια επιστολή με γερμανική μετάφραση, και σημειώσεις, στις οποίες ο Spontini δεχόταν μια ηχηρή σαρκαστική επίθεση.
  Την ίδια χρονιά στα τεύχη 101 και 102 του Komet, ένας μαθητής ονόματι Thomas, δήλωνε μεταξύ άλλων δυσφημήσεων πως ο Spontini αρνούταν παραγωγές του, Robert le Diable (Ρομπέρτος ο Διάβολος), Le Postillon de Longjumeau (Ο προπονητής της Longjumeau, και La Muette de Portici (Η μουγκή του Portici), έως ότου παρενέβη ο ίδιος ο Βασιλιάς.  Ενώ τον κατηγορούσε πως πούλαγε προσκλήσεις, τις οποίες είχε λάβει δωρεάν.  Αν και ο Spontini δεν είχε αρνηθεί να παρουσιάσει τα έργα αυτά, δεν δίσταζε να εκφράζει ανοιχτά την αντιπάθεια του για αυτά.  Όσον αφορά τις προσκλήσεις ο Spontini ουδέποτε τις καταχράστηκε, μολαταύτα το έκανε εν αγνοία του ο υπηρέτης του.
  Προκειμένου ένα τέτοιο σκάνδαλο να μην φτάσει στα αφτιά του Βασιλιά, ο κόμης Redern, απάντησε στην εφημερίδα, αντιπαρερχόμενος σε όλες τις ψεύτικες κατηγορίες και αποσιωπώντας για τις αληθείς.  Ενώ ο Thomas υποχρεώθηκε να ζητήσει δημόσια συγνώμη.  Αυτό ωστόσο δεν αποτελούσε την ταφόπλακα στα προβλήματα του μιας και δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και περισσότερες επιθέσεις αναμένονταν.
  Στις 7 Ιουνίου 1840 ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος III, πέθανε και το μεγαλύτερο στήριγμα του Spontini στη Γερμανία μαζί του.  Ο νέος Βασιλιάς, αν και δεν τον καθαίρεσε από τη θέση του, δεν τον συμπεριελάμβανε στα νέα του μεγάλα σχέδια, κάτι που δεν άργησε να γίνει γνωστό.
  Το τελικό χτύπημα ήρθε, όταν ο Spontini παρέδωσε ένα έγγραφο στον Βασιλιά στο οποίο εξέφραζε τη δυσαρέσκεια του για τη διαχείριση καθώς και τον κόμη Redern.  Στο μεταξύ ο τύπος είχε πάρει στα χέρια του το θέμα, και σε μια επίθεση, ο Spontini έκανε το μοιραίο λάθος να απαντήσει, (στο τεύχος της 20ης Ιανουαρίου 1841 του Allgemeine Zeitung) με τέτοιο τρόπο ώστε να δώσει έδαφος στον κόμη Redern να τον κατηγορήσει για έσχατη προδοσία, και μη φτάνοντας όλα αυτά στις 5 Φεβρουαρίου, κατηγόρησε ανοιχτά τον Βασιλιά.  Αυτή η κίνηση, ενάντια στην οικογένεια που τον είχε ευεργετήσει τόσο πολύ τα περασμένα χρόνια, επέτεινε την αντιπάθεια του κοινού, αναγκάζοντας τον Spontini να μην εμφανιστεί πουθενά για δύο μήνες.  Παρά τις προειδοποιήσεις και τον προβληματισμό των φίλων του ωστόσο, στις 2 Απριλίου, πήρε τη θέση του αρχιμουσικού για το Don Giovanni, του Mozart.  Το αποτέλεσμα ήταν να τον γιουχάρουν, και ενώ προσπάθησε να διευθύνει το έργο τελικά αναγκάστηκε να διαφύγει από το θέατρο.
  Ο Spontini αναγκάστηκε να περάσει όλο το καλοκαίρι στο Βερολίνο μιας και δικαζόταν για έσχατη προδοσία.  Η δεσμεύσεις του με την όπερα λύθηκαν από τον Βασιλιά, ενώ ως ένδειξη γενναιοδωρίας θα διατηρούσε τον πλήρη μισθό του, και θα του επιτρεπόταν να ζήσει όπου επιθυμεί ο ίδιος, «με την ελπίδα ότι στην ανάπαυλα, θα δημιουργούσε νέα έργα, τα οποία ο Βασιλιάς θα στήριζε, αν επέλεγε να τα διευθύνει ο ίδιος στο Βερολίνο».  Ο Spontini τελικά καταδικάστηκε σε εννεάμηνη φυλάκιση, ποινή την οποία δεν εξέτισε, χάρη σε παρέμβαση του Βασιλιά.
  Παρόλα αυτά ο Spontini είχε την απαίτηση να λάβει το επιπλέον ποσό των 46,850 τάλιρων, λόγο του ότι κατά τους ισχυρισμούς του η διαχείριση δεν του είχε δώσει ικανοποιητικό αριθμό ποιητικών κειμένων (libretti) για τις όπερες του, χάνοντας έτσι συμφωνίες που θα κέρδιζε με εκδότες και άλλους φορείς, ζητώντας για αποζημίωση 3000 τάλιρα για κάθε όπερα.  Ο Βασιλιάς απευθύνθηκε στα δικαστήρια για αυτή την υπόθεση, ωστόσο στις 23 Δεκεμβρίου ο Spontini απέσυρε την αγωγή του και το καλοκαίρι του 1842 εγκατέλειψε το Βερολίνο.  Οι φίλοι του εκεί οργάνωσαν για αυτόν μια αποχαιρετιστήρια συναυλία, στις 13 Ιουλίου 1842, για την οποία συνέθεσε τα έργα ο ίδιος.
  Δεν άφησε πίσω του πολλούς φίλους, είχε όμως την αγάπη της ορχήστρας του Βασιλιά, τα μέλη της οποία υπερηφανεύονταν για τον αρχιμουσικό που είχαν, καθώς και για τις φροντίδες που τους παρείχε.  Πιο συγκεκριμένα τα φτωχότερα μέλη της ορχήστρας έβρισκαν πάντα οικονομική υποστήριξη στο πρόσωπο του, τόσο ώστε στα 1826 να θεσμοθετήσει ένα ειδικό επίδομα, «Το επίδομα Spontini”, στο οποίο έδινε όλες τις ετήσιες εισπράξεις του από τα έσοδα των συναυλιών του.
  Τη θέση του στην όπερα θα τη μεταλάμβανε ο Giacomo Meyerbeer (1791-1864), ο οποίος με τον Felix Mendelssohn (1809-1847), έλαβαν τον τίτλο του “General musik-director”.  Η κατηγορίες που υποστήριζαν πως ο Spontini δεν στήριζε και αντιπαθούσε τη Γερμανική μουσική, είναι πέρα για πέρα άδικες, μιας και η Γερμανική επιρροή είναι έκδηλη στο έργο του, ενώ όταν χρειάζονταν χρήματα για την έκδοση της βιογραφίας του Mozart στα 1828 από -το δεύτερο σύζυγο της χήρας του, Constanze- τον Georg Nikolaus von Nissen (1761-1826), φρόντισε ο ίδιος με να βρει συνδρομητές, δίνοντας από τον προσωπικό του λογαριασμό χρήματα για το σκοπό, ενώ επιμελήθηκε την Γαλλική έκδοση της βιογραφίας.[31]  Ενώ όσο διέμεινε στο Βερολίνο πάντα προωθούσε και φρόντιζε για αναβιώσεις των έργων του Gluck.[32]
  Όταν ο Spontini επέστρεψε στο Παρίσι, έγινε μέλος της Ακαδημίας των Καλών Τεχνών, αν και έγινε δεκτός με μια σχετική ψυχρότητα από τους καλλιτεχνικούς κύκλους.  Ο μόνος φορέας που έμεινε πιστός σε αυτόν ήταν ο Conservatoire, στου οποίου τις αίθουσες συναθροίζονταν ακροατήρια προκειμένου να ακούσουν έργα του μεγάλου συνθέτη, τα οποία η Opéra αρνούταν να ανεβάσει.[33]
  Στις 4 Ιουνίου 1838, ενώ ήταν στη Ρώμη έγραψε στο Βασιλιά προσφέροντας τις υπηρεσίες του ως μεσολαβητής μεταξύ του ίδιου και του Πάπα, για το θέμα των αναταράξεων στην Κολωνία.  Στα 1844 ο Πάπας Γρηγόριος XVI τον έκανε ιππότη του τάγματος του San Andrea, ενώ άλλες διακρίσεις ακολούθησαν.  Επανεπισκέφθηκε τη Γερμανία δύο οι τρείς φορές, ξανά μια από τις οποίες ήταν στη Δρέσδη το 1844, όπου ο Wagner είχε ετοιμάσει για αυτόν μια εκτέλεση της Vestale, την οποία διήυθυνε ο ίδιος ο συνθέτης.
  Το Μάιο του 1847 κλήθηκε να διευθύνει αποσπάσματα από την Olympia στο Φεστιβάλ της Κολωνίας, όπου είχε μια ιδιαίτερα θερμή υποδοχή.  Δυστυχώς όμως ήταν πολύ αδύναμος για να διευθύνει και τη θέση του πήρε ο Heinrich Dorn (1804-1892).  Τον Αύγουστο επισκέφθηκε το Βερολίνο, όπου ο Βασιλιάς τον προσκάλεσε να διευθύνει κάποιες από τις όπερες του ερχόμενο χειμώνα, κάτι ωστόσο που δεν πραγματοποιήθηκε μιας και ήταν άρρωστος όλο το χειμώνα.  Στα 1848 έχασε την ακοή του, γεγονός που με τη φύση του χαρακτήρα του τον οδήγησε σε κατάθλιψη.[34]  Τον Φεβρουάριο του 1849 το Conservatoire τον τίμησε με μια εκτέλεση της Vestale, την οποία ωστόσο ο μεγάλος συνθέτς δεν μπόρεσε να απολαύσει μιας και είχε αρχίσει να πάσχει από μια έμμονη ιδέα του θανάτου του, υποχρεώνοντας τη σύζυγο του να του διαβάζει καθημερινά της επιθανάτιες προσευχές.  Όταν μάλιστα σε ένα δείπνο, ο Berlioz προσπάθησε να τον λογικέψει ως προς το ότι η υγεία του ήταν σε άριστη κατάσταση ο Spontini του απάντησε σε μια φρενίτιδα «Αχ! Αγαπημένε μου Berlioz, έχω τέτοιο φόβο για το θάνατο.  Είναι τόσο φρικτό να πεθαίνεις!  Και η ώρα μου έχει έρθει, το αισθάνομαι.  Εσύ θα με αντικαταστήσεις στο Ίδρυμα.  Και φρόντισε να μην υπάρξει καθόλου μουσική στην κηδεία μου, δεν θέλω καθόλου…».[35]
  Λίγο αργότερα επέστρεψε στην Ιταλία όπου εγκαταστάθηκε στη Jesi, απασχολώντας τον εαυτό του με την ίδρυση σχολείων και άλλων αγαθοεργιών.  Στα 1850 αποσύρθηκε στη γενέθλια πόλη του, τη Majolati από όπου δεν έμελε να ξαναφύγει.[36]  Ο Hector Berlioz (1803-1869) ο οποίος βρισκόταν στο νεκροκρέβατο του Spontini μέχρι το τέλος είχε ακούσει το μεγάλο δάσκαλο επανελημένα να αναφωνεί “Je ne veux pas mourir, je ne veus pas mourir!” («Δεν θέλω να πεθάνω, δεν θέλω να πεθάνω!».  Όταν ο Berlioz προσπάθησε να τον παρηγορούσε λέγοντας «Comment pouves-vous penser mourir vous, mon maître, qui etes immortel!” («Πως θα μπορούσατε να πεθάνετε εσείς, δάσκαλε μου, αφού είστε αθάνατος!»), στο οποίο ο μεγάλος συνθέτης απάντησε “Ne faites pas de mauvaises plaisanteries” («Μην κάνει κακόγουστα αστεία!»).[37]  Ο μεγάλος συνθέτης απεβίωσε , 14 Ιανουαρίου 1851.[38]  Κηδεύτηκε με τη στολή του Ακαδημαϊκού της Γαλλίας, στην εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στη Maiolati, αναμένοντας να μεταφερθεί στην εκκλησία του Saint Giovanni, όπου ήταν και η επιθυμία του να αναπαυθεί.[39]
  Ο Spontini μη έχοντας τέκνα άφησε την περιουσία του στους φτωχούς της Jesi και της Maiolati.  Μετά το θάνατο του, το όνομα του βυθίστηκε στην αφάνεια μέχρι τον 20ο αιώνα οπότε επρόκειτο να επανακαλυφθεί, με την πιο διάσημη «ιέρεια του» την Maria Callas (1923-1977).[40]
                      














IIΙ.  Η σχέση του με άλλους συνθέτες της εποχής του.


  «Όταν άκουσα τον Rienzi σου, είπα στον εαυτό μου, αυτός είναι ένας μεγαλοφυής άνθρωπος, αλλά έχει κάνει ήδη περισσότερα απ όσα μπορεί»  είχε πει ο Spontini στον Wagner, όπως γράφει ο ίδιος στα απομνημονεύματα του.  Τη θέση του αυτή ο μεγάλος συνθέτης εξήγησε, λέγοντας πως είχε ήδη εξαντλήσει όλο το υλικό και τις δυνατότητες της όπερας και πως πλέον ήταν άχρηστο και ανόητο να προσπαθεί κανείς να συνθέσει άλλες όπερες.[41]  Οι δύο συνθέτες ωστόσο είχαν αναπτύξει μια αρκετά φιλική σχέση. 
  Είναι ενδιαφέρον να παραθέσει κανείς μια σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Spontini από τον Wagner όταν βρίσκονταν σε ένα τραπέζι στο σπίτι της κυρίας Schroder-Devrient στο Βερολίνο: «Ο Spontini  συνήθιζε να ακούει διαφορικά στο τι είχαν να πουν οι άλλοι.  Η συμπεριφορά του όντας πάντα ενός ανθρώπου που περιμένει να ρωτήσουν τη γνώμη του.  Όταν μίλαγε στο τέλος, ήταν με μιας κάποιας μορφής ρητορικό και καλά αρθρωμένο λόγο, ο οποίος απαγόρευε (sic) οποιαδήποτε αντιπαράθεση. […]  Όσο ήταν ικανός για στοργικότητα, φαινόταν να με συμπαθεί.  Είχε δηλώσει μάλιστα ανοιχτά πως με αγαπά, και είχε πει πως θα το αποδείκνυε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, προσπαθώντας να με προστατεύσει από κακοτοπιές στο δρόμο μου για μια καριέρα ως δραματικός συνθέτης.  Είπε πως αν και γνώριζε ότι θα ήταν δύσκολο να με πείσει για την ποιότητα των φιλικών του υπηρεσιών, θεωρούσε ιερό του καθήκον να φροντίσει για την ευτυχία μου στον συγκεκριμένο τομέα, για την επίτευξη του οποίου διατίθετο να μείνει στη Δρέσδη για άλλο μισό χρόνο». [42]
  Ο Wagner μας δίνει ακόμη μια εκτενή περιγραφή του Spontini ως μαέστρο κατά την επίσκεψη του στη Δρέσδη προς τιμήν του στα 1844, προκειμένου να διευθύνει τη Vestale.  Ιδιαίτερη προσοχή είχε δοθεί στην κατασκευή της μπαγκέτας, η οποία ήταν αρκετά μεγάλη σε πάχος, μαύρη, του οποίου οι άκρες κατέληγαν σε δύο πόμολα.  Όπως σημειώνει ο Wagner ο λόγος αυτού του ασυνείδητου σχεδιασμού ήταν πως ο Spontini δεν κράταγε την μπαγκέτα όπως συνήθως από τη μια άκρη αλλά από τη μέση χρησιμοποιώντας τη ως ράβδο που θα χρησιμοποιούσε ένας στρατηγός για να διατάξει τα στρατεύματα του.  Ο Spontini ήταν πάντα ιδιαίτερα απαιτητικός όσον αφορά τη σκηνοθεσία και το θεατρικό μέρος των έργων, πέραν του μουσικού, κάνοντας τον να θυμίζει τους μεγάλους αρχιμουσικούς του 20ου αιώνα, όπως ο Herbert von Karajan, ο οποίος δεν δίσταζε να ανέβει επί σκηνής και να πάρει στα χέρια του τα ηνία της σκηνοθεσίας. [43]
  Ένας θαυμαστής του Spontini, ήταν και ο Ludwig van Beethoven (1770-1827), ο οποίος είχε πει στα 1824 στον Karl Freudenberg (1777-1869), πως «στον Spontini υπάρχουν πολλά καλά.  Καταλαβαίνει τα θεατρικά εφέ και τους εμβατηριακούς ήχους αξιοθαύμαστα».[44]
  Ο Spontini είχε διευθύνει εκτενώς τα έργο του Beethoven, χαρακτηριστικό παράδειγμα η με μεγάλη επιτυχία εκτέλεση της 6ης συμφωνίας, τους μεγάλου συνθέτη στις 27 Απριλίου του 1825, μαζί με το ορατόριο του George Friedrich Handel (1685-1759) Samson στο Βασιλικό Θέατρο, στο Βερολίνο.[45]
  Ο νεαρός Berlioz, κάνει αρκετές αναφορές στο μεγάλο συνθέτη, στην πραγματεία του για την ενορχήστρωση.  Όπως φαίνεται και σε ένα άρθρο που εμφανίστηκε στο The Musical Word, μας πληροφορεί για το ιδιαίτερα ενδιαφέρον γεγονός πως ο Spontini επρόκειτο να συνθέσει μια μελοποίηση της Ηλέκτρας, όταν ο Ναπολέοντας του ζήτησε να συνθέσει το Cortez.[46]
  Ο Spontini μαζί με τον Gluck αποτέλεσαν τα ιδανικά του Berlioz, με την έντονα δραματική τους μουσική, τη λυρική τραγωδία, και τον απόγονο τους, την Σποντίνια grand opera.  Για τον Berlioz αυτοί οι δύο συνθέτες ενσάρκωναν τη μέγιστη και απόλυτη δραματικότητα στη μουσική.[47]  Καταλήγοντας στο σημείο να θεωρεί πως μόνο αυτοί οι δύο μπορούσαν να αγγίξουν το υπερβατικό.
  Στις 5 Δεκεμβρίου 1830, κατά στην πρεμιέρα της Φανταστικής του Συμφωνίας ο Berlioz είχε τη μεγάλη τιμή να έχει τον Spontini στο ακροατήριο, ο οποίος όπως του είχαν μεταφέρει αναφώνησε μετά το εμβατήριο του τέταρτου μέρους, πως μόνον ο Beethoven θα μπορούσε να το συναγωνιστεί.  Την επόμενη μέρα ο νέος Berlioz συνάντησε από κοντά το μεγάλο συνθέτη, και ήρωα του, ο οποίος του ζήτησε μάλιστα τις παρτιτούρες των έργων του προκειμένου να τις μελετήσει, και να τον συμβουλεύσει, ενώ προφήτευσε για αυτόν μια μεγάλη καριέρα.[48]  Οι σχέση τους έμελε να γίνει όλο και πιο στενή με τα χρόνια.
  Στις 30 Οκτωβρίου 1831 ο Berlioz εγκατέλειψε το Παρίσι για τη Ρώμη, υποχρεωμένος από τη ρήτρα του Prix de Rome, -το οποίο είχε κερδίσει- να περάσει δύο χρόνια σπουδών εκεί.  Φεύγοντας ο Spontini του έδωσε μια λιθογραφία του εαυτού του με την επιγραφή «Χαιρέτησε την αγαπημένη μου πατρίδα, αγαπημένε μου Berlioz!  Μίλησε της λίγο για τον ευγνώμονα γιο της Spontini”.[49]  Ο Spontini παρέμεινε σε όλη τη ζωή του Gluck ένας ενεργός μέντορας, η σχέση τους όντας τόσο στενή ώστε ο μεγάλος συνθέτης της «Εστιάδας», να τον αποτρέψει, από το να παντρευτεί τη μεγάλη πιανίστα Marie Pleyel (1811-1875), η ιστορία επιβεβαιώνοντας τον Spontini ως ένα σοφό προφήτη, μιας και η κατάληξη της σχέσης τους επρόκειτο να είναι ιδιαίτερα δραματική.[50]  Πέραν του συνθέτη ωστόσο ο Spontini συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση του Berlioz ως αρχιμουσικού.  Ο Spontini τον είχε επιπλήξει μάλιστα, για χρήση υπερβολικά μεγάλων κινήσεων, πράγμα που ο Berlioz αμέσως διόρθωσε, φτάνοντας στις ανώτερες σφαίρες της διεύθυνσης ορχήστρας.[51]
  Η εκτίμηση και ο θαυμασμός που έτρεφε ο Berlioz για τον Spontini είναι έκδηλα και στην επιστολή του προς το μεγάλο συνθέτη μετά από μια παράσταση του Cortez η οποία διαβάζει ως εξής «Αγαπημένε μου δάσκαλε, το έργο σας είναι ευγενές και όμορφο, αλλά οι καλλιτέχνες ικανοί να εκτιμήσουν την μεγαλειότητα του, έχουν ίσως το καθήκον να σας πουν πως, όποιες και αν είναι η τώρα απογοητεύσεις σας, σύντομα και εύκολα θα τις ξεχάσετε, με τη συνειδητοποίηση της ευφυΐας σας και των ανεκτίμητων κατορθωμάτων σας.»[52]
















IV. Εντυπώσεις για το έργο του διαπρεπών συγχρόνων του (Heinrich Heine, E.T.A. Hoffman)


  «Μη όντας ιδιαίτερα ειδήμων στο χώρο της μουσικής, για να τολμήσω να εκφέρω τη δική μου άποψη για τις αρετές των έργων του Spontini, και μιας και όλα όσα γνωρίζω είναι μονάχα η ηχώ της κοινής γνώμης, την οποία εύκολα παρακούει κανείς στις καθημερινές συζητήσεις.  
  Ο Spontini είναι ο μεγαλύτερος από όλους τους εν ζωή συνθέτες.  Είναι ένας μουσικός Michelangelo.  Άνοιξε νέους δρόμους στο χώρο της μουσικής, και εκπλήρωσε αυτό που μόνον ο Gluck προανήγγειλε.  Είναι ένας μεγάλος άνθρωπος, μια ευφυΐα, είναι ένας θεός!  Έτσι μιλούν οι υποστηρικτές του, και οι τοίχοι του παλατιού ηχούν με τέτοιους υπέρμετρους επαίνους.»  Είχε γράψει ο μεγάλος γερμανός ποιητής Heinrich Heine (1797-1856), από το Βερολίνο, λίγο μετά την πρεμιέρα της Olympia.
  Σε μία άλλη επιστολή γράφει πως οι κουφοί ήταν μαγεμένοι από το έργο, μιας και ένιωθαν την «παχιά μουσική, με τα χέρια τους».  «Οι θαυμαστές ωστόσο αναφωνούσαν: “Ωσαννά! Ωσαννά!  Ο Spontini ο ίδιος είναι ένας μουσικός ελέφαντας!  Είναι ο άγγελος με την τελευταία τρομπέτα!”».
  Συνεχίζει σε μια άλλη επιστολή περιγράφοντας τον Weber ως μη ιδιαίτερα ενδιαφέρον φυσιογνωμικά.  «Τι αντίθεση η φιγούρα του με εκείνη του Spontini!  Ψηλό ανάστημα, τα βαθουλωτά λαμπερά μάτια, τα μαύρα ελαφρώς σγουρά μαλλιά που μισοκρύβουν το ρυτιδιασμένο μέτωπο, τα λίγο μελαγχολικά και λίγο περιφρονητικά του χείλη (sic), την φοβερή έκφραση του κιτρινωπού προσώπου του, που ενσαρκώνει κάθε πάθος που έχει περάσει και που πρόκειται να έρθει.  Ολόκληρο το κεφάλι φαίνεται να ανήκει στον Caliban [ο παραμορφωμένος γιός της μάγισσας Sycorax από το The Tempest (Η καταιγίδα), του William Shakespeare (1564-1616)], το οποίο μολαταύτα είναι αδύνατο να μην αποκαλέσει κανείς όμορφο και ευγενές.  Όλα αυτά με μια ματιά αποκαλύπτουν τον άνδρα και το μυαλό που δημιούργησαν την Vestalin (sic), τον Cortez και την Olympia».[53]
  Ένας άλλος διαπρεπής σύγχρονος του Spontini,  με τον οποίο μάλιστα είχε συνεργαστεί για την γερμανική μετάφραση της Olympia ήταν ο E.T.A. Hoffmann.  Ο Hoffmann έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για τη Vestale και το συνθέτη.  Σε μία επιστολή του μετά από μια παράσταση του έργου στις 28 Ιουνίου 1807 την χαρακτηρίζει ως ένα «συντριπτικό αριστούργημα». Σε μία επιστολή του στον κόμη von Brühl, στις 8 Ιουνίου 1820, εξομολογείται πως χρειάστηκε πολύ αγώνα για να πείσει τον μεγάλο συνθέτη πως δεν ήταν πολέμιος της μουσικής του.
  Ο μεγάλος ποιητής είδε στο πρόσωπο του Spontini «κάποιον που κάτω από την κατάλληλη γερμανική επιρροή θα μπορούσε να επανεδραιώσει την υπεροχή της τραγικής όπερας».[54]
  Ο Hoffmann στην «Πρώτη Μουσική Επιστολή στο Βερολίνο» χαρακτήρισε την Vestale ως «το πιο θαυμάσιο αριστούργημα του Spontini”, σε μια κριτική στις 28 Ιουνίου 1816.  Ενώ με την άφιξη του μεγάλου συνθέτη στο Βερολίνο, ως General-Musikdirector, ο μεγάλος ποιητής καλωσορίζει τον συνθέτη με το παρακάτω άρθρο:
  «Ώστε έτσι είναι σε εμάς, το ότι βρίσκεσαι ανάμεσα μας, τώρα μπορούμε να σε αποκαλούμε ολόδικό μας.  Για πρώτη φορά  το πνεύμα μας εξυψώνεται στην μέγιστη μορφή ευχαρίστησης μπροστά στα έργα σας!  -Ναι, είσαι ολόδικός μας, γιατί η αλήθεια ακτινοβολείται από τα έργα του σε ένα επουράνιο εκχύλισμα, όπως συμβαίνει στα έργα του Handel, Hasse, Gluck, Mozart, και όλων των δασκάλων οι οποίοι σε λέξεις και τόνο ξεχωρίζουν για την αυθεντικότητα τους, σαν πολύτιμα μέταλλα, που δεν χρειάζονται για να λάμψουν, λαμπερό tinsel, μιας και μόνον η αλήθεια μπορεί να συγκινήσει την πραγματική καρδιά των Γερμανών. […]  Διασκέδασε τον εαυτό σου ανάμεσα μας, και άπλωσε μας ένα φιλικό χέρι, το οποίο προχωράμε να συναντήσουμε με ειλικρινή Γερμανική εγκαρδιότητα.»
  Ο Hoffmann δεν έπαψε να είναι μεγάλος υποστηρικτής των έργων του Spontini ειδικά της Olympia, La Vestale και του CortezΕίχε πει μάλιστα «σε ξέρουμε και σε αγαπάμε για πολύ καιρό […] και για πολύ καιρό το τραγούδι σου ηχεί στα βάθη της ίδιας μας της ύπαρξης».  Ο Hoffmann μάλιστα προώθησε τον Spontini μαζί με τον Gluck και τον Mozart, ως πρωτεργάτη για την ιστορία της Γερμανικής ρομαντικής όπερας, την οποία προέβαλλε στο μέλλον.[55]





V. Ο Spontini κατά τον 20ο και τον 21ο αιώνα


Κατά τον 20ο αιώνα το έργο του Spontini ήταν ξεχασμένο για πολλές δεκαετίες, ωστόσο αυτό έμελλε να αλλάξει, με την εμφάνιση μεγάλων αρχιμουσικών και ερμηνευτών που επανανακάλυψαν το μεγάλο συνθέτη εμφυσώντας νέα πνοή στις αθάνατες σελίδες του.
  Η μεγαλύτερη ιέρειας του Spontini ήταν η Maria Callas, η οποία έκανε και την πιο διάσημη αναβίωση της Vestale, στο θέατρο La Scala του Μιλάνου για το άνοιγμα της σεζόν του 1954, αποδίδοντας φόρο τιμής στη μνήμη του συνθέτη για τα εκατοστά ογδοηκοστά του γενέθλια.  Η παραγωγή σκηνοθετήθηκε από τον διάσημο κινηματογραφικό σκηνοθέτη Luchino Visconti (1906-1976), ενώ την παραγωγή διήυθυνε ο μεγάλος ιταλός αρχιμουσικός Antonino Votto (1896-1985).
  Οι άριες "Tu che invoco" («Εσένα επικαλούμαι») και "O Nume tutelar" («Ο προστάτης Nume»), από την Vestale, μεταφράστηκαν στα Ιταλικά και έγιναν ιδιαίτερα διάσημες από την Callas, και διάσημη αμερικανή σοπράνο. την Rossa Ponselle (1897-1981).[56]  Για την πρώτη άρια σε μια κριτική για την ηχογράφηση της Callas διαβάζει κανείς «Είναι ένα θαυμάσιο έργο, παθιασμένου και διαρκούς τραγουδιού.  Το συναίσθημα με τα βίας συγκρατείτε πριν την εκκίνηση, και απελευθερώνεται οδηγώντας την Giulia στην τρέλα».[57]
  Στα 1969 ο αρχιμουσικός Fernando Previtali (1907-1985) ανέβασε το έργο με τη σοπράνο Leyla Gencer (1928-2008) και τον βαρύτονο Renato Bruson (γεν. 1934).  Επίσης λίγο αργότερα στα 1993 ο διάσημος αρχιμουσικός Riccardo Muti (γεν. 1941) ηχογράφησε το έργο με ένα επιτελείο λιγότερο γνωστών τραγουδιστών ρίχνοντας νέο φώς στις εμπνευσμένες σελίδες του μεγάλου συνθέτη.
  Στα 1954 ο Vittorio Gui (1885-1975), διήθυνε για το Maggio Musicale Festival της Φλορεντίας το Agnes von Hohenstaufen, με τον διάσημο τενόρο Franco Corelli (1921-2003), ενώ το ίδιο έργο ανέβασε ξανά στη Ρώμη ο Muti με τους Montserrat Caballé (γεν. 1933) και Antonietta Stella (γεν. 1929).  Εξίσου σημαντική ήταν η αναβίωση του Cortez, με την νεαρή Renata Tebaldi (1922-2004) στο Teatro San Carlo της Νάπολης, υπό τη διεύθυνση του Gabriele Santini (1886-1964).  Ενώ το 2006 στεγάστηκε στο θέατρο του Erfurt της Γερμανίας, υπο την διεύθυνση του γάλλου αρχιμουσικού Jean-Paul Penin.
  Τέλος το εκτελέστηκε στα 1988 στο Putbus Festival, υπό τον Wilhelm Keitel, παραγωγή που ηχογραφήθηκε για την Arte Nova.[58]  Ο Spontini ακόμη και 200 χρόνια σχεδόν μετά τη δράση του συνεχίζει να κεντρίζει το ενδιαφέρον των μουσικών, ενώ όλο και περισσότεροι αρχιμουσικοί και καλλιτέχνες τον ανακαλύπτουν και ενδιαφέρονται για το έργο του αθάνατου συνθέτη της «Εστιάδας».







 Βιβλιογραφία





IFCGF             Ferris, George Titus.  Great Italian and French Composers, D. Appleton and
                         Company, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ, 1879

FMNG              Fuller-Maitland, John Alexander. New Grove Dictionary of Music and Musicians,
                          Norwood Press, Norwood, Mass., ΗΠΑ, 1904

MDBE              Mason Greene, David.  Biographical encyclopedia of composers, επιμέλεια
                          Albert M. Petrak, Reproduction piano Roll Fundation, Cleverland, Ohio, 2007

TMTS               Libby, Dennis. Spontini’s Early French Operas, The Musical Times, Τόμος 117, 
                          Νο 1595 (Ιανουάριος 1976), Musical Times Publications Ltd.

GABS               Gerald Abraham. The Best of Spontini, The Best of Spontini, Music & Letters, 
                          τόμος 23, No 2, Oxford University Press, Ηνωμένο Βασίλειο, Απρίλιος 1942


FHWW              Finck T. Henry. Wagner and His Works: The Story of His Life with Critical 
                          Comments, τόμος πρώτος, University Press of the Pacific, Hawai, 2004


WML                Wagner, Richard.  My Life.  The Echo Library, Middlesex, 2007

TLVB                Thayer Wheelock, Alexander. The Life of Ludwig van Beethoven, τόμος τρίτος,  
                          The Beethoven Association, εκτύπωση από την Schirmer Inc, Νεα Υόρκη, 1921

CBMA               Cairns, David.  Berlioz, Volume One, Τhe Making of an Artist, 1803-1832,   
                           University of California Press, Καλιφόρνια, 2000

CBSG                 Cairns, David.  Berlioz: Volume Two: Servitude and Greatness, 1832-1869,
                            University of California Press, Καλιφόρνια, 2000

SHHL                 Sharp, Elizabeth A.  Heine in Art Letters.  The Scott Library, Walter Scott, LTD.

CHMW              Charlton, David.  E. T. A. Hoffmann's Musical Writings: Kreisleriana; The Poet and                 
                            the composer, music criticism.  Cambridge University Press, Ηνωμένο Βασίλειο,
                            1989

CHMA                Chantler, Abigail.  E.T.A. Hoffmann's Musical Aesthetics.  Ashgate Publishing
                             Company.  ΗΠΑ, 2006



[1] FHWW
[2] FMNG
[3] IFCGF σ. 181
[4] FMNG
[5] MDBE
[6] FMNG
[7] MDBE
[8] TMTS
[9] FMNG
[10] MDBE
[11] MDBE
[12] TMTS
[13] MDBE
[14] TMTS
[15] MDBE
[16] FMNG
[17] FMNG
[18] GABS σ. 163
[19] FMNG
[20] IFCGF σ. 182
[21] FMNG
[22] The Musical Times, (τεύχος 1ης Δεκεμβρίου 1910)
[23] FMNG
[24] Wikipedia
[25] FMNG
[26] IFCGF σ. 182
[27] FMNG
[28] Wikipedia
[29] FMNG
[30] Wikipedia
[31] FMNG
[32] The Musical World, (Τεύχος 11ης Φεβρουαρίου 1871), σ. 75
[33] IFCGF
[34] FMNG
[35] CBMA σ.457
[36] FMNG
[37] WML σ. 239
[38] FMNG
[39] Ισότοπος http://www.fondazionepergolesispontini.com
[40] FMNG
[41] FHWW σ. 162
[42] WML σ. 236
[43] WML σ. 231-232
[44] TLVB σ. 203
[45] Kuhn, August.  “Concert in Berlin”, Der Freymüthige 22 (3 Μαΐου 1825)
[46] The Musical World, (τεύχος 27ης Οκτωβρίου 1855), σ. 690
[47] CBMA σ. 132-133
[48] CBMA σ. 429
[49] CBMA σ. 432
[50] CBMA σ. 434
[51] CBSG σ. 100
[52] CBSG σ. 739
[53] SHHL
[54] CHMW σ. 431-432
[55] CHMA σ. 149-150,  153
[56] Wikipedia
[57] Gramophone, Τεύχος Ιουλίου 1959, σ. 63
[58] Wikipedia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου